εύτεκνος

εύτεκνος
ος , ον уст. имеющий много хороших детей, счастливый в своих детях

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "εύτεκνος" в других словарях:

  • εὔτεκνος — blest with children masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εύτεκνος — η, ο (ΑΜ εὔτεκνος, ον) αυτός που έχει πολλά και καλά τέκνα, ο ευτυχής για τα τέκνα του μσν. αρχ. (για γυναίκα) γόνιμη, αυτή που είναι καλή για τεκνογονία αρχ. 1. (για πατρίδα, γη, χώρα κ.λπ.) αυτή που παράγει καλά τέκνα 2. (για χρησμούς) αυτός… …   Dictionary of Greek

  • εὐτεκνότατον — εὔτεκνος blest with children masc acc superl sg εὔτεκνος blest with children neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὔτεκνον — εὔτεκνος blest with children masc/fem acc sg εὔτεκνος blest with children neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐτεκνότερος — εὔτεκνος blest with children masc nom comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐτέκνοιο — εὔτεκνος blest with children masc/fem/neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐτέκνου — εὔτεκνος blest with children masc/fem/neut gen sg εὐτεκνόω make people happy in their children pres imperat act 2nd sg εὐτεκνόω make people happy in their children imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐτέκνους — εὔτεκνος blest with children masc/fem acc pl εὐτεκνόω make people happy in their children imperf ind act 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐτέκνων — εὔτεκνος blest with children masc/fem/neut gen pl εὐτεκνόω make people happy in their children imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) εὐτεκνόω make people happy in their children imperf ind act 1st sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὔτεκνα — εὔτεκνος blest with children neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὔτεκνε — εὔτεκνος blest with children masc/fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»